συνηλικιώτης

συνηλικιώτης
συνηλικιώτης
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • συνηλικιώτης — ο, ΝΜΑ, θηλ. συνηλικιώτισσα Ν, θηλ. συνηλικιῶτις, ώτιδος, Μ αυτός που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, ο συνομήλικος. [ΕΤΥΜΟΛ. < συνηλικία + επίθημα ιώτης (πρβλ. στρατ ιώτης)] …   Dictionary of Greek

  • συνηλικιωτῶν — συνηλικιώτης masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνηλικιῶται — συνηλικιώτης masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνηλικιώτου — συνηλικιώτης masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνηλικιώτῃ — συνηλικιώτης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνηλικιώτας — συνηλικιώτᾱς , συνηλικιώτης masc acc pl συνηλικιώτᾱς , συνηλικιώτης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηλικιώτης — ο, θηλ. ώτις (AM ἡλικιώτης, θηλ. ῶτις, Α κρητ. τ. Fαλικιώτας) [ηλικία] αυτός που έχει την ίδια ηλικία με κάποιον άλλο, συνηλικιώτης, συνομήλικος, σύγχρονος (μσν. αρχ.) (το θηλ. με δοτ.) ή ἡλικιῶτις σύγχρονος με κάποιον ή με κάτι αρχ. φρ. α.… …   Dictionary of Greek

  • ομόχρονος — η, ο (ΑΜ ὁμόχρονος, ον, Α και ὁμοχρόνιος, ον) αυτός που γίνεται ταυτοχρόνως με κάποιον άλλο, σύγχρονος, ταυτόχρονος νεοελλ. 1. ισόχρονος, ίσης χρονικής διάρκειας, που διαρκεί τον ίδιο χρόνο με κάποιον άλλο 2. φρ. «ομόχρονη κληρονομικότητα» βιολ.… …   Dictionary of Greek

  • συνηλικιώτις — ώτιδος, ἡ, Μ βλ. συνηλικιώτης …   Dictionary of Greek

  • συνηλικιώτισσα — η, Ν βλ. συνηλικιώτης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”